αἴθυγμα

αἴθυγμα, ατος, τό, ([etym.] αἰθύσσω)
A gleam, glamour,

ὅπλων Onos.28

(pl.);

πυρός D.Chr.80.5

, cf. Plu.2.966b: metaph., spark, αἴ. εὐνοίας, δόξης, Plb.4.35.7 (pl.), 20.5.4;

μήτ' ἴχνος μήτ' αἴ. Phld.Sign.29

; μηδενὸς εἰς τοὐναντίον μηδ' ἕως αἰθύγματος ἀνθέλκοντος ib. 18.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίθυγμα — αἴθυγμα, το (Α) [αἰθύσσω] σπίθα, λάμψη, λαμπρότητα, φεγγοβολώ (και μτφ.) …   Dictionary of Greek

  • αἴθυγμα — gleam neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθυγμάτων — αἴθυγμα gleam neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγμασι — αἴθυγμα gleam neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγματα — αἴθυγμα gleam neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγματος — αἴθυγμα gleam neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθύσσω — αἰθύσσω (Α) 1. θέτω σε βίαιη κίνηση, ανακινώ, ταράζω 2. (για φύλλα) σειέμαι, ανατριχιάζω, αναρριγώ 3. (αμτβ.) πετάω, ανεβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω εκφραστικός (λόγω τής καταλήξεως ύσσω) ενεστώτας, που χρησιμοποιείται συνήθως με μεταφορική σημασία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.